https://l.facebook.com/l.php?u=https%3A%2F%2Fyoutube.com%2Fwatch%3Fv%3DXu54uperdN8%26is%3DQI-F_V5iZiEk_6xr%26fbclid%3DIwZXh0bgNhZW0CMTEAc3J0YwZhcHBfaWQQMjIyMDM5MTc4ODIwMDg5MgABHjRnwR04Mlwt4NH8AzPytVZEZ3n9jSb9DRzOLvQK7rzOhzGxP8j9kqZC84NV_aem_Tz0FM5d5PAViv0_5vWUKNg&h=AUDhlr8XloDxXeKrzs7ISa5J-hiUMuxhCX4QA8G4l7GJYcyLtK6aCeALYwzbM7s5QgPsM55v_KHOIJ3VovC_NIoHosDjn0qGnVGEiI62Qn5Qfj5B-Tw_L1PmY5ny0Ahkm_3436mmU02XB9kgPXKyPptQ4QjBXLjb&__tn__=%2CmH-y-R&c[0]=AUC4VlroStgyROu78gcAU2spyD6qi93avMAK2oyb1XIE8BlUnf_VUJix0o1CE-Z_akV0vXsITsz7bu4b1hBmRloDz9Sh5uerkpTKwThjs9v5EO7nH9c-1GbcYk1jSOIv9H2n8Oaf3Bmc-vVEooRH1-2IkKHDMVg2MlSjEQi8234mXDn8lr3MFsssOdE62otGHlujJYuSLcXTT28Ftb-ivKA
Κατά τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος (εκ των πραγμάτων επί της κυβερνητικής πρότασης, της μόνης θεσμικά υποβληθείσας, λόγω της υπογραφής της από τον προβλεπόμενο βάσει του Κανονισμού της Βουλής αριθμό βουλευτών), ο Βουλευτής Αρκαδίας και Τομεάρχης Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία Γιώργος Παπαηλιού, ως μέλος της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, είπε για τα συζητηθέντα υπό αναθεώρηση άρθρα 81-82 τα εξής:

(΄Αρθρο 81) : Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, με τον τρόπο που αποφασίστηκε να προωθηθεί, παραμένει αδιάφορη για το λαό-την κοινωνία. Ουδείς ενδιαφέρεται, ουδείς ασχολείται, πλην ημών, και αυτό με αποκλειστικά ευθύνη της κυβερνώσας πλειοψηφίας της ΝΔ.

Η συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση θα έπρεπε να αφορά τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος, του ποιός ασκεί και ποιός ελέγχει την εξουσία.

Θα έπρεπε να αφορά, το αν το κράτος θα λειτουργεί προς όφελος της κοινωνίας ή αν η κοινωνία θα καλείται απλώς να επικυρώνει αποφάσεις που λαμβάνονται ερήμην της.

Το Σύνταγμα δεν είναι ένα ουδέτερο νομικό κείμενο.

Είναι το αποτέλεσμα κοινωνικών αγώνων, ιστορικών συγκρούσεων, δημοκρατικών κατακτήσεων, ακόμη και οπισθοδρόμησης, όπως αυτή αποτυπώνεται στην κυβερνητική πρόταση.

Γι’ αυτό και κάθε συνταγματική αναθεώρηση πρέπει να απαντά σε ένα θεμελιώδες ερώτημα:

Διευρύνει ή περιορίζει τη δημοκρατία;

Ενισχύει τη λαϊκή κυριαρχία ή ενισχύει την (υπερ) συγκέντρωση της εξουσίας (στο πρόσωπο του πρωθυπουργού);

Υπ΄ αυτό πρίσμα, με αυτό το κριτήριο πρέπει να εξεταστούν και τα άρθρα 81 και 82.

Το άρθρο 81 αφορά τη σύνθεση της κυβέρνησης, ρυθμίζοντας τη θέση των υπουργών, των αναπληρωτών υπουργών και των υφυπουργών.

Εκ πρώτης όψεως πρόκειται για μία οργανωτική διάταξη.

Όμως δεν υπάρχουν ουδέτερες οργανωτικές διατάξεις.

Ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται η κυβέρνηση αντανακλά μία συγκεκριμένη αντίληψη για τη δημοκρατία.

Το μεταπολιτευτικό Σύνταγμα και η σχετική συνταγματική παράδοση στηρίχθηκε στην ιδέα της συλλογικής κυβερνητικής ευθύνης.

Οι υπουργοί δεν ήταν-δεν είναι διευθυντές τμημάτων μιάς εταιρείας.

Ήταν-είναι πολιτικά πρόσωπα υπεύθυνα έναντι της Βουλής και του λαού.

Η κυβέρνηση δεν ήταν-δεν είναι ένας μηχανισμός εκτέλεσης εντολών.

Ήταν-είναι συλλογικό πολιτικό όργανο.

Όμως τις τελευταίες δεκαετίες επήλθε σταδιακά μία βαθιά μεταβολή.

Η εξουσία μετακινήθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο προς το πρωθυπουργικό γραφείο, από τους υπουργούς προς τους συμβούλους, από τα συλλογικά όργανα προς κλειστούς μηχανισμούς.

Η κορύφωση αυτής της εξέλιξης ήταν-είναι το λεγόμενο «επιτελικό κράτος», που εμφανίστηκε ως εκσυγχρονισμός και ως αποτελεσματικότητα, ως θεραπεία των παθογενειών της δημόσιας διοίκησης.

Όμως το πραγματικό αποτέλεσμα ήταν-είναι η πρωτοφανής συγκέντρωση εξουσιών.
Η δημοκρατία δεν μετράται μόνον με την αποτελεσματικότητα.

Η δημοκρατία δεν υπάρχει για να είναι απλώς αποτελεσματική, υπάρχει, όταν είναι ελεγχόμενη
Σ΄ αυτό το πλαίσιο, το άρθρο 81 δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τεχνική οργανωτική λεπτομέρεια.

Το ερώτημα που τίθεται είναι, αν υπάρχει κυβέρνηση ή πρωθυπουργικό γραφείο, αν υπάρχουν υπουργοί με πολιτική ευθύνη ή διαχειριστές αποφάσεων, αν υπάρχει συλλογικότητα ή μονοπρόσωπη εξουσία.

Σ΄ αυτό το πλαίσιο, εντάσσεται και η κυβερνητική πρόταση για το ασυμβίβαστο βουλευτή-υπουργού, με τη μορφή των «περιστρεφόμενων θυρών»-των «μουσικών καρεκλών», η οποία είναι φαιδρή.

Εκτός του ότι είναι αμφίβολης συνταγματικότητας, ισχυροποιεί σε υπέρτατο βαθμό τη θέση του πρωθυπουργού, ο οποίος μ΄ αυτό τον τρόπο μπορεί να διαμορφώνει, κατά το δοκούν, τη σύνθεση της Βουλής, τους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς και τη σύνθεση-την ισορροπία της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, παραβιάζοντας την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και ακυρώνοντας τη λαϊκή εντολή.

(Άρθρο 82): Στο άρθρο 82 αναφέρεται ότι η κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας.

Η διατύπωση είναι σαφής, δεν λέει ο πρωθυπουργός, ο οποίος εξασφαλίζει την ενότητα της κυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειές της, αλλά η κυβέρνηση.

Ο συνταγματικός νομοθέτης ήταν-είναι απολύτως σαφής: Ήθελε κοινοβουλευτική κυβέρνηση, όχι πρωθυπουργικό καθεστώς, όχι ένα συγκεντρωτικό σύστημα εξουσίας.

Όμως, άλλη κατεύθυνση ακολούθησε-ακολουθεί η ελληνική πολιτική ζωή.

Η συλλογική λειτουργία της κυβέρνησης έχει υποχωρήσει σημαντικά και στην πράξη η γενική πολιτική της χώρας διαμορφώνεται όλο και περισσότερο από το πρωθυπουργικό κέντρο (το Μέγαρο Μαξίμου).

Αυτή η μετατόπιση συνοδεύεται από την κρίση των θεσμικών αντίβαρων, την αποδυνάμωση της Βουλής και τη δυσπιστία των πολιτών έναντι των θεσμών.

Εμφανίζονται χαρακτηριστικά ακραίας πρωθυπουργοποίησης, αφού ο πρωθυπουργός επιλέγει, συντονίζει, κατευθύνει, έχοντας συγκεντρώσει όλες της κρίσιμες αρμοδιότητες.
Αυτό δεν είναι συμβατό με το πνεύμα του άρθρου 82, με το Σύνταγμα εν γένει, το οποίο κατοχυρώνει τη λειτουργία συλλογικών θεσμών και όχι την κυριαρχία ενός προσώπου.

Συνεπώς υπάρχει ανάγκη ενίσχυσης των θεσμικών εγγυήσεων και των ανεξάρτητων μηχανισμών ελέγχου, διότι η κρίση του κράτους δικαίου δεν θεραπεύεται με περισσότερη συγκέντρωση εξουσίας αλλά με ισχυρότερα αντίβαρα και μεγαλύτερη διαφάνεια .

Οι δημοκρατικοί θεσμοί χρειάζονται ενίσχυση, όχι υποβάθμιση, η λογοδοσία χρειάζεται διεύρυνση, όχι περιορισμό.

Βάσει αυτών, χρειάζονται ισχυρή Βουλή, ισχυρός κοινοβουλευτικός έλεγχος, ενισχυμένος ρόλος των συλλογικών κυβερνητικών οργάνων, θεσμοί κοινωνικού διαλόγου με πραγματικές αρμοδιότητες, αποκέντρωση εξουσιών, συμμετοχή των πολιτών και διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων.
.

Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι ανάμεσα στην αποτελεσματικότητα και τη δημοκρατία.
Το πραγματικό δίλημμα είναι ανάμεσα στην ανεξέλεγκτη εξουσία και τη δημοκρατικά ελεγχόμενη εξουσία.

Η μεγάλη πρόκληση είναι να επανέλθει η δημοκρατία στο κέντρο της πολιτικής ζωής, με αξιόπιστους θεσμούς, με τους πολίτες συμμέτοχους και με τη λογοδοσία ενεργή.