
Η ομιλία δ ε ν εκφωνήθηκε, λόγω της αποχώρησης της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία από τη συζήτηση, για να μη την νομιμοποιήσει, μετά την ακραία κυβερνητική πρόκληση, να παραβιάσει ακόμη μία φορά το Σύνταγμα και να μην επιτρέψει τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής, όπως προβλέπεται από αυτό.

Η πρόταση για τη σύσταση εξεταστικής επιτροπής για το σκάνδαλο των υποκλοπών δεν θα έπρεπε να προσεγγιστεί υπό το πρίσμα μιάς ακόμη κομματικής αντιπαράθεσης.

Και αυτό, διότι η συγκεκριμένη υπόθεση αφορά στον πυρήνα της Δημοκρατίας, το κράτος δικαίου, την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και την προστασία των θεμελιωδών ελευθεριών, εν προκειμένω του απορρήτου των επικοινωνιών που παραβιάστηκε κατάφωρα.

Και εν τέλει αφορά στο ερώτημα, αν στην Ελλάδα του 2026 μπορεί να λειτουργεί ένα παρακρατικό σύστημα παρακολουθήσεων με άνωθεν πολιτική εντολή και κάλυψη και χωρίς λογοδοσία.

Και βέβαια, αν η χώρα μας εξακολουθεί να παραμένει κράτος δικαίου, στο οποίο η εξουσία ελέγχεται και λογοδοτεί, ή θα παγιωθεί ένα καθεστώς θεσμικής ασυδοσίας, στο πλαίσιο του οποίου η παρακολούθηση πολιτικών αντιπάλων, δημοσιογράφων και πολιτών θα αντιμετωπίζεται ως «κανονική» κυβερνητική πρακτική.

Η υπόθεση των υποκλοπών από την ΕΥΠ και μέσω του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator δεν είναι μία «στιγμιαία αστοχία», όπως επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί από την κυβέρνηση. Δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό. Είναι μία σκοτεινή υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα της εξουσίας, τραυματίζοντας βαθύτατα την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς.

Είναι η έκφανση μιάς βαθιά αντιδημοκρατικής και αυταρχικής αντίληψης για την εξουσία. Μιάς αντίληψης που θεωρεί ότι το κράτος, οι μυστικές υπηρεσίες, οι Ανεξάρτητες Αρχές, ακόμη και η Δικαιοσύνη οφείλουν να λειτουργούν ως προέκταση του πρωθυπουργικού μηχανισμού-του Μεγάρου Μαξίμου.

Και γι΄ αυτό η κοινωνία ζητά απαντήσεις ζητά να μάθει,

ποιός παρακολουθούσε ποιόν;

γιατί;

με τίνος εντολή,

με ποιά μέσα,

με ποιά χρηματοδότηση;

Και τελικά ποιός ευθύνεται;

Ούτως ή άλλως η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός έχουν την πλήρη και αποκλειστική πολιτική ευθύνη, την οποία οφείλουν να αναλάβουν. Όχι κάποιος υπάλληλος του πρωθυπουργικού γραφείου.

Επιπλέον ποιοί έχουν ποινικές ευθύνες.
Δεν πρέπει να λησμονείται, ότι η πρώτη πράξη της διακυβέρνησης Μητσοτάκη ήταν να υπαγάγει την ΕΥΠ απευθείας στο γραφείο του πρωθυπουργού-στο Μέγαρο Μαξίμου. Δεν πρέπει να λησμονείται, ότι η κυβέρνηση άλλαξε τις προβλεπόμενες από το νόμο προϋποθέσεις για το διορισμό διοικητή της ΕΥΠ, προκειμένου να διοριστεί συγκεκριμένο πρόσωπο.

Όπως επίσης δεν πρέπει να λησμονείται, ότι όταν αποκαλύφθηκε η παρακολούθηση του Νίκου Ανδρουλάκη, η κυβέρνηση αρχικά μιλούσε για «ψεκασμένες θεωρίες», μετά παραδέχτηκε τις νομότυπες, και αν! επισυνδέσεις και τελικά επιχείρησε να κρυφτεί πίσω από το απόρρητο. Και στη συνέχεια ακολούθησε η μεθοδική επιχείρηση συγκάλυψης και σε κοινοβουλευτικό και σε δικαστικό επίπεδο.

Σε κάθε δημοκρατικό κράτος, όταν αποκαλύπτεται ένα τόσο σοβαρό σκάνδαλο, μία υπόθεση που αφορά παρακολουθήσεις πολιτικών, δημοσιογράφων, κρατικών λειτουργών, ακόμη και της ηγεσίας των Ενόπλων Δυνάμεων, και με την οποία ασχολήθηκαν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, διεθνείς οργανισμοί και διεθνούς εμβέλειας μέσα ενημέρωσης οι θεσμοί κινητοποιούνται για να ελέγξουν την εξουσία.

Στην Ελλάδα της κυβέρνησης Μητσοτάκη συνέβη το ακριβώς αντίθετο: οι θεσμοί κινητοποιήθηκαν για να προστατεύσουν την εξουσία από τον έλεγχο.

Και εδώ φτάνουμε σε ένα εξαιρετικά κρίσιμο σημείο: Στην εμπλοκή της ηγεσίας της δικαστικής εξουσίας στην υπόθεση, με την αρχειοθέτησή της από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με σκοπό το ζήτημα να κλείσει θεσμικά και πολιτικά, χωρίς ουσιαστική διερεύνηση όλων των κρίσιμων πτυχών του.

Όμως με τη γνωστή απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αποδείχτηκε, ότι η Δικαιοσύνη στον τόπο μας, είναι ακόμη ζωντανή, έχει ακόμη σφυγμό.

Με την εν λόγω απόφαση, καταδικάστηκαν τέσσερα πρόσωπα για την υπόθεση των υποκλοπών και συγχρόνως διατάχτηκε η διαβίβαση της δικογραφίας στην Εισαγγελία για περαιτέρω έρευνα, για την αναβάθμιση και επέκταση κατηγορίας, τόσο για πρόσωπα, όσο και για πράξεις, μεταξύ των οποίων η κατασκοπεία.

Όμως (και) σ΄ αυτό το σημείο, η ηγεσία της δικαστικής εξουσίας παρενέβη, με σκοπό ο φάκελος της υπόθεσης να παραμείνει «κλειστός»:

Με διάταξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου αποφασίστηκε «να μην ανοίξει»-να μην ανασυρθεί, παρότι ανέκυψαν νέα σημαντικά στοιχεία.

Οι πρόσφατες εξελίξεις γύρω από το σκάνδαλο των υποκλοπών, επαναφέρουν με ένταση ένα ζήτημα που ποτέ δεν έπαψε να βαραίνει τη δημοκρατική λειτουργία του κράτους: Ποιος ελέγχει τελικά τους μηχανισμούς παρακολούθησης και προς όφελος ποίου.

Η καταδίκη των τεσσάρων ιδιωτών- εκτελεστικών βραχιόνων από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών σε συνδυασμό με τις απειλητικές-εκβιαστικές για τον πρωθυπουργό δημόσιες αναφορές κάποιων εξ αυτών, όπως του Ταλ Ντίλιαν, ότι το λογισμικό Predator διατίθεται σε κυβερνήσεις και κρατικές υπηρεσίες καθώς και ότι δεν πρόκειται να αποδεχτούν το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου, προκαλούν ένα προφανές λογικό και πολιτικό αδιέξοδο στο αφήγημα της κυβέρνησης.

Δεν μπορεί να υποστηρίζεται, ότι οι υποκλοπές ήταν έργο «ιδιωτών» και να προκύπτει ότι τα εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν, είναι προσβάσιμα μόνον σε κρατικούς οργανισμούς.

Δεν πρόκειται απλώς για αντίφαση. Το ζήτημα είναι δομικό και εν τέλει πολιτικό. Αναδεικνύει τον τρόπο, με τον οποίο το κράτος, το παρακράτος και τα ιδιωτικοποιημένα δίκτυα εξουσίας λειτουργούν σε μία ζώνη όπου η λογοδοσία απουσιάζει.

Η επίκληση ιδιωτών ως αποδιοπομπαίων τράγων δεν είναι κάτι καινούργιο. Αποτελεί διαχρονική πρακτική μετακύλισης ευθυνών, ώστε να προστατευτεί ο πυρήνας της κρατικής εξουσίας, εν προκειμένω ο πρωθυπουργός.

Η ουσία είναι ότι τέτοια λογισμικά επιτήρησης δεν είναι ουδέτερα εργαλεία. Εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλέγμα ελέγχου, πειθάρχησης και περιορισμού δικαιωμάτων, το οποίο ενισχύεται ιδιαίτερα σε περιόδους κοινωνικής και πολιτικής έντασης.

Η χρήση τους ή ακόμη και η δυνατότητα χρήσης τους έναντι πολιτικών αντιπάλων, δημοσιογράφων, πολιτών, συνιστά ευθεία απειλή για τις δημοκρατικές ελευθερίες.

Οι τελευταίες εξελίξεις, αντί «να κλείσουν» την υπόθεση, την «ανοίγουν» ακόμη περισσότερο.
Απαιτείται πλήρης διαλεύκανση, θεσμική λογοδοσία και ουσιαστικός δημοκρατικός έλεγχος των μηχανισμών ασφαλείας.

Διαφορετικά, ο κίνδυνος δεν είναι μόνον η συγκάλυψη ενός σκανδάλου, αλλά η κανονικοποίηση μιάς αυταρχικής διολίσθησης, στο πλαίσιο της οποίας η παρακολούθηση μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής διαχείρισης.

Και αυτό δεν αφορά μόνον ένα σκάνδαλο, αφορά την ποιότητα, την ίδια τη δημοκρατία.

Σε μία δημοκρατία, ουδείς είναι υπεράνω ελέγχου.

Ούτε ο πρωθυπουργός, ούτε οι μυστικές υπηρεσίες, ούτε η δικαστική εξουσία, η οποία στην προκειμένη περίπτωση αρνείται να λογοδοτήσει θεσμικά.

Όπως ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, που αρνήθηκε να εμφανιστεί ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, για να παράσχει εξηγήσεις. Αρνήθηκε να λογοδοτήσει ενώπιον του Κοινοβουλίου. Αρνήθηκε να απαντήσει στα εύλογα ερωτήματα της αντιπολίτευσης και της κοινωνίας.

Η άρνηση αυτή δεν είναι μόνον ένα τυπικό περιστατικό. Είναι ένα βαθιά πολιτικό γεγονός. Είναι μία ακόμη ένδειξη της θεσμικής κρίσης που διέρχεται η χώρα.

Η Βουλή καλείται να αποφασίσει, αν θα σταθεί στο ύψος της ιστορικής της ευθύνης ή αν θα νομιμοποιήσει με την ψήφο ή τη σιωπή της, μία ακόμη επικίνδυνη δημοκρατική εκτροπή.

Πρέπει να επιλεγεί η διαφάνεια, η λογοδοσία και εν τέλει η δημοκρατία.

Κάθε δημοκρατικός βουλευτής, ανεξαρτήτως κόμματος στο οποίο ανήκει, καλείται να πράξει το ίδιο.