Κατά τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος (εκ των πραγμάτων επί της κυβερνητικής πρότασης, της μόνης θεσμικά υποβληθείσας, λόγω της υπογραφής της από τον προβλεπόμενο βάσει του Κανονισμού της Βουλής αριθμό βουλευτών), ο Βουλευτής Αρκαδίας και Τομεάρχης Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία Γιώργος Παπαηλιού, ως μέλος της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, είπε για τα συζητηθέντα υπό αναθεώρηση άρθρα τα εξής: Άρθρα 5-5 Α ή 5Β, 14, 15
(16.6.2026)
Στο πλαίσιο αναθεώρησης του Συντάγματος, είναι αναγκαίες ευρείες συναινέσεις. Όμως στην παρούσα φάση δεν είναι δυνατόν αυτές να διαμορφωθούν και λόγω του περιεχομένου της πρότασης της κυβερνητικής πλειοψηφίας, αλλά και λόγω της απουσίας οποιασδήποτε προεργασίας και του ασφυκτικού χρονικού διαστήματος για τη συζήτησή της που επεβλήθη από την κυβερνώσα πλειοψηφία.
Υπό τις σημερινές συνθήκες, η Συνταγματική Αναθεώρηση εργαλειοποιείται, έχοντας ενταχθεί στο προεκλογικό οπλοστάσιο της ΝΔ.
Επιπλέον, μέσω της Συνταγματικής Αναθεώρησης επιδιώκεται ο αποπροσανατολισμός από τα ζέοντα ζητήματα που απασχολούν τη μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, ορισμένα εκ των οποίων, θα μπορούσαν να τύχουν συνταγματικής κάλυψης.
Το Σύνταγμα δεν είναι απλώς ένα νομικό κείμενο, μέσω του οποίου ρυθμίζεται η λειτουργία των κρατικών θεσμών και κατοχυρώνονται οι ελευθερίες των πολιτών.
Σ΄ αυτό αποτυπώνεται ένας συγκεκριμένος ιστορικός και κοινωνικός συσχετισμός δυνάμεων, εκφράζονται θεμελιώδεις πολιτικές επιλογές και καθορίζονται τα όρια,εντός των οποίων εξελίσσεται η δημοκρατική ζωή και αναπτύσσονται οι δημοκρατικές λειτουργίες.
Για το λόγο αυτό, η συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια τεχνική διαδικασία βελτίωσης των κρατικών λειτουργιών, αλλά ως πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, για το ποιό κράτος επιδιώκεται να οικοδομηθεί.
Η καταπολέμηση των διακρίσεων, πλέον των όσων ήδη αναφέρονται στο ισχύον Σύνταγμα, και λόγω φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, εθνοτικής καταγωγής ή αναπηρίας, της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και της αντιμετώπισης των προκλήσεων της ψηφιακής εποχής αποτελούν κεντρικά ζητήματα.
Με την κυβερνητική πρόταση εισάγεται συνταγματική αναφορά στην τεχνητή νοημοσύνη, με τη θετική διατύπωση ότι η ΑΙ οφείλει να υπηρετεί την ελευθερία του ατόμου και την ευημερία της κοινωνίας.
Όμως η διαχείριση της τεχνολογικής εξέλιξης δεν είναι ουδέτερη.
Η ουσιαστική συνταγματική πρόκληση δεν είναι να δηλωθεί ότι η τεχνητή νοημοσύνη «πρέπει να υπηρετεί την κοινωνία», αλλά να κατοχυρωθούν:
• το δικαίωμα του πολίτη να γνωρίζει πότε αξιολογείται από αλγόριθμο,
• το δικαίωμα ανθρώπινης επανεξέτασης αυτοματοποιημένων αποφάσεων,
• η απαγόρευση αλγοριθμικών διακρίσεων,
• η προστασία των εργαζομένων από συστήματα ψηφιακής επιτήρησης,
• ο κοινωνικός και δημοκρατικός έλεγχος των μεγάλων ψηφιακών πλατφορμών.
Η πραγματική απειλή δεν προέρχεται από την τεχνολογία καθαυτή αλλά από τον τρόπο που οι «κυρίαρχοι» κύκλοι την διαχειρίζονται, από τη συγκέντρωση δεδομένων και ισχύος σε κράτη και πολυεθνικές επιχειρήσεις.
Επομένως, ένα προοδευτικό Σύνταγμα, εκτός από την ενδυνάμωση του κοινοβουλευτικού ελέγχου και του ελέγχου από τις Ανεξάρτητες Αρχές, που η λειτουργία τους υπονομεύεται από τη σημερινή κυβέρνηση, θα έπρεπε να αντιμετωπίζει ευθέως τις νέες μορφές ψηφιακής εξουσίας.
Η δημοκρατία σήμερα δεν απειλείται μόνον από αυταρχικές κρατικές-κυβερνητικές πρακτικές, αλλά και από την υπερσυγκέντρωση οικονομικής δύναμης σε πανίσχυρα ιδιωτικά συμφέροντα. Όταν μεγάλοι οικονομικοί παράγοντες-όμιλοι εταιριών μπορούν να επηρεάζουν δυσανάλογα τη δημόσια σφαίρα, τα μέσα ενημέρωσης ή τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, πρέπει να αντιμετωπίζονται με συνταγματικές προβλέψεις που ενισχύουν τον κοινωνικό έλεγχο στρατηγικών τομέων της οικονομίας, προστατεύουν τα δημόσια αγαθά και επιτρέπουν στο κράτος να παρεμβαίνει υπέρ του γενικού συμφέροντος.
Πρέπει να προβλέπονται εξειδικευμένα μέτρα και περιορισμοί, που να συνδέονται με τρόπους ελέγχου και τήρησής τους.Είναι αναγκαίες η απαγόρευση υψηλής συγκέντρωσης ιδιοκτησίας, η διαπλοκή οικονομικής και μιντιακής ισχύος, η εξάρτηση από την κρατική διαφήμιση και η επισφαλής εργασία των δημοσιογράφων.
Σε μία προοδευτική αναθεώρηση θα μπορούσαν να προταθούν ενδεικτικά συνταγματικές εγγυήσεις πολυφωνίας, αυστηρότεροι περιορισμοί στη συγκέντρωση μέσων ενημέρωσης, διαφάνεια στην ιδιοκτησία των ΜΜΕ, ενίσχυση της συντακτικής ανεξαρτησίας, προστασία των δημοσιογράφων από τον εργοδότη τους-την ιδιοκτησία των ΜΜΕ και από στρατηγικές αγωγές φίμωσης (slapps).
Οι κυρώσεις για την παραβίαση των εν λόγω προβλέψεων μπορεί να φθάνουν μέχρι την ανάκληση της άδειας ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού ή την απαγόρευση σύναψης ή την ακύρωση των σχετικών συμβάσεων.
Στην πρόταση της ΝΔ. προβλέπεται, η αφαίρεση λεπτομερειακών διατυπώσεων που δεν ταιριάζουν στο Σύνταγμα. Μήπως αυτή η διατύπωση δείχνει το δρόμο για την απάλειψη ακόμη και αυτών των όρων-περιορισμών.