Κατά τη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος (εκ των πραγμάτων επί της κυβερνητικής πρότασης, της μόνης θεσμικά υποβληθείσας, λόγω της υπογραφής της από τον προβλεπόμενο βάσει του Κανονισμού της Βουλής αριθμό βουλευτών), ο Βουλευτής Αρκαδίας και Τομεάρχης Δικαιοσύνης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία Γιώργος Παπαηλιού, ως μέλος της Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος, είπε για τα συζητηθέντα υπό αναθεώρηση άρθρα 29, 60, 73-77 τα εξής:

(Άρθρο 29) : Τα πολιτικά κόμματα είναι τα κύτταρα της δημοκρατίας. Μέσω αυτών διεξάγεται ο διάλογος και εκτυλίσσεται η αντιπαράθεση ιδεών, απόψεων, θέσεων. Η δυσφήμηση των πολιτικών κομμάτων και η προσπάθεια αποβολής-εξοβελισμού τους από πεδία όπου η πολιτική αντιπαράθεση αναπτύσσεται, είναι αντιδημοκρατική και υποκρύπτει τις μύχιες επιθυμίες και τους ανομολόγητους σκοπούς αυτών που τις διατυπώνουν.

Χωρίς κόμματα, που συμπυκνώνουν ιδέες και συμφέροντα, δεν υπάρχει δημοκρατία.

Εν προκειμένω, η κυβερνητική πρόταση αναθεώρησης (του άρθρου 29) εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο της αναθεώρησης του Συντάγματος, έτσι όπως το επέλεξε η κυβέρνηση, για να εξυπηρετήσει μικροπολιτικές σκοπιμότητες και το προπαγανδιστικό οπλοστάσιό της ενόψει των επερχόμενων εκλογών.

Στην κυβερνητική πρόταση ελλοχεύει ο κίνδυνος εκτροπής από την ελεύθερη δράση των κομμάτων. Με την κυβερνητική πρόταση επιχειρείται η μετατόπιση από την αρχή της ελευθερίας ίδρυσης και δράσης των πολιτικών κομμάτων προς ένα καθεστώς αυξημένης κρατικής εποπτείας. Στην προτεινόμενη νέα διατύπωση δημιουργείται ένα ευρύτερο και περισσότερο αόριστο πεδίο κρατικής παρέμβασης.

Προτείνεται η δυνατότητα καθορισμού προϋποθέσεων ίδρυσης και λειτουργίας τους με νόμο και η ανάθεση στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του ελέγχου των προϋποθέσεων συμμετοχής τους στις εκλογές.

Θα μπορεί μια κυβερνητική πλειοψηφία να επιβάλει τους κανόνες εσωκομματικής οργάνωσης αλλά και τους τρόπους δράσης που θα ευνοούν συγκεκριμένα κόμματα και θα δυσχεραίνουν την πολιτική δράση μικρότερων άλλων σχηματισμών; που δεν αντιστοιχούν στις ανάγκες λειτουργίας τους.

Η πρόταση παραπέμπει στη γερμανικού τύπου «μαχόμενη δημοκρατία», χωρίς όμως να συνοδεύεται από τις θεσμικές ασφαλιστικές δικλίδες του γερμανικού συνταγματισμού.

Υπάρχει ο κίνδυνος, ο αποκλεισμός κομμάτων από τις εκλογές να μετατραπεί από εξαιρετικό μέτρο προστασίας της δημοκρατίας σε εργαλείο πολιτικής διαχείρισης «ενοχλητικών» πολιτικών δυνάμεων και εν τέλει αλλαγής του συσχετισμού των κοινοβουλευτικών δυνάμεων κατά το δοκούν.

Η εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας δείχνει ότι η ποινική καταστολή εγκληματικών οργανώσεων μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά, χωρίς να απαιτείται συνταγματική καθιέρωση-διεύρυνση των εξουσιών αποκλεισμού κομμάτων.

Η μεταφορά κρίσιμων πολιτικών αποφάσεων στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ενέχει τον κίνδυνο δικαστικοποίησης της πολιτικής ζωής.

Οι δικαστές θα καλούνται να αποφασίζουν ποιοί πολιτικοί σχηματισμοί θα μπορούν να συμμετέχουν στην εκλογική διαδικασία, αναλαμβάνοντας αποστολή-ευθύνη που κανονικά ανήκει στο εκλογικό σώμα.

Η μ΄ αυτό τον τρόπο προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος θα μπορούσε να είναι θεμιτή μόνον υπό αυστηρές εγγυήσεις αναλογικότητας και δικαστικής ασφάλειας, καθώς διαφορετικά ελλοχεύει ο κίνδυνος, η δημοκρατία να περιορίσει τον ίδιο τον πλουραλιστικό χαρακτήρα της.

Για την προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος από μορφώματα που στρέφονται εναντίον του, χρειάζονται αυστηρές εγγυήσεις αναλογικότητας και δικαστικής ασφάλειας χωρίς όμως να μετατρέπεται η δικαστική εξουσία σε κεντρικό ρυθμιστή της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η παρατήρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα της ανάθεσης αυξημένων αρμοδιοτήτων στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο.

Υπογραμμίζεται, ότι η πατρίδα μας δεν βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μία αφηρημένη θεσμική πρόκληση, αλλά με μία βαθιά κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών προς τους θεσμούς: Οι πολίτες αμφισβητούν τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, τη διαφάνεια στη δημόσια διοίκηση, την αποτελεσματικότητα του κοινοβουλευτικού ελέγχου και τη δυνατότητα του πολιτικού συστήματος να λογοδοτεί πραγματικά.

Όλα αυτά αποτυπώνονται στο βίο και την πολιτεία της ΝΔ, στην εκ μέρους της καταπάτηση, τόσο του συνταγματικού κειμένου, όσο και του Κανονισμού της Βουλής.

Το ερώτημα είναι, αν οι προτεινόμενες αλλαγές ενισχύουν πραγματικά τη δημοκρατία ή αν παραμένουν περιορισμένες σε έναν θεσμικό εξωραϊσμό χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα.
Όσον αφορά τις προτεινόμενες διατάξεις για την ενίσχυση του ρόλου του βουλευτή: Πρόκειται για υποκρισία, δεδομένου ότι η κυβέρνηση της ΝΔ τον έχει απαξιώσει.

Το ελληνικό κοινοβουλευτικό σύστημα έχει εξελιχθεί τις τελευταίες δεκαετίες σε ένα σύστημα εξαιρετικά συγκεντρωτικό. Η εκτελεστική εξουσία κυριαρχεί επί της νομοθετικής. Η κυβέρνηση συχνά καθορίζει μονομερώς την πολιτική «ατζέντα» και η Βουλή περιορίζεται σε ρόλο επικύρωσης ειλημμένων αποφάσεων.

Πόσες φορές δεν έχουμε δει κρίσιμες αποφάσεις, πνα ανακοινώνονται πρώτα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και μετά στη Βουλή;
Πόσες φορές δεν έχουμε δει υπουργούς να αγνοούν ερωτήσεις βουλευτών ή να απαντούν αλλ΄ αντ΄ άλλων ;

Πόσες φορές δεν έχουμε δει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία να λειτουργεί αποκλειστικά ως μηχανισμός κομματικής πειθαρχίας;

Αυτή η πραγματικότητα δεν οφείλεται στην έλλειψη συνταγματικών διατάξεων, οφείλεται στην πολιτική πρακτική της κυβέρνησης της ΝΔ, οφείλεται στη σταδιακή μετατόπιση εξουσιών από τη Βουλή προς το κυβερνητικό κέντρο.

(Άρθρο 60) Προκειμένου να ενισχυθεί ο ρόλος του βουλευτή, πρέπει να καθιερωθούν ουσιαστικές εγγυήσεις και να χορηγηθούν ενισχυμένα δικαιώματα στην αντιπολίτευση.

Πρέπει να καθιερωθεί η λειτουργία των εξεταστικών επιτροπών, χωρίς την έγκριση της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Πολύ περισσότερο, που οι εξεταστικές επιτροπές συνιστούν μέσα κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Πρέπει να επιβληθούν κυρώσεις, όταν η κυβέρνηση αρνείται να παράσχει στοιχεία στη Βουλή, και να καθιερωθούν πραγματικοί μηχανισμοί λογοδοσίας.
Και αυτό, διότι η (κοινοβουλευτική) δημοκρατία δεν εξαντλείται στη διατύπωση γενικών αρχών. Απαιτούνται θεσμικά αντίβαρα, που απουσιάζουν από την προτεινόμενη αναθεώρηση.

(Άρθρα 73-77): Εκτός από τη νομοθέτηση καθ΄ εαυτή, πάσχει και ο τρόπος νομοθέτησης, όπου συχνά ψηφίζονται εκατοντάδες σελίδες νομοθεσίας εντός ολίγων ωρών, και τροπολογίες άσχετες με το κύριο αντικείμενο ενός νομοσχεδίου κατατίθενται την τελευταία στιγμή.
Έτσι ακόμη και οι εφαρμοστές του δικαίου δυσκολεύονται να γνωρίζουν ποιο είναι το ισχύον νομοθετικό καθεστώς.

Δεν πρόκειται για διοικητικό πρόβλημα, αλλά για πρόβλημα δημοκρατίας, αφού έτσι χάνεται η δυνατότητα ελέγχου της εξουσίας.

Όταν η νομοθέτηση γίνεται βιαστικά, περιορίζεται η δημόσια διαβούλευση και δεν αξιολογούνται οι συνέπειες των νόμων, αναπαράγονται τα ίδια λάθη.
Υπό αυτή την έννοια, η συνταγματική κατοχύρωση της διαβούλευσης, της αξιολόγησης εφαρμογής των νόμων και της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση παραμένει μόνον τύπος, «ένα πουκάμισο αδειανό».

Το πρόβλημα είναι η έλλειψη πολιτικής βούλησης να εφαρμοστούν οι κανόνες.

Γι' αυτό και η επιτυχία της συγκεκριμένης αναθεώρησης θα κριθεί όχι από το συνταγματικό κείμενο αλλά από την καθημερινή κοινοβουλευτική πρακτική.

Αν συνοδευθεί από πραγματική διαφάνεια, θα είναι ένα βήμα προόδου.

Αν παραμείνει μια ακόμη διακήρυξη χωρίς συνέπειες για όσους την παραβιάζουν, δεν θα υπάρξει αλλαγή.

Όταν η νομοθέτηση γίνεται βιαστικά, περιορίζεται η δημόσια διαβούλευση.

Όταν δεν αξιολογούνται οι συνέπειες των νόμων, αναπαράγονται τα ίδια λάθη.

Υπό αυτή την έννοια, η συνταγματική κατοχύρωση της διαβούλευσης, της αξιολόγησης εφαρμογής των νόμων και της κωδικοποίησης της νομοθεσίας κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.
Δεν πρέπει να είναι μόνον τύπος , «ένα πουκάμισο αδειανό».
Υπάρχει όμως και εδώ ένα κρίσιμο ερώτημα.

Γιατί δεν εφαρμόζονται οι κανόνες που ήδη υπάρχουν, αφού η χώρα διαθέτει εδώ και χρόνια νομοθεσία για την καλή νομοθέτηση.

Και όμως, οι εξαιρέσεις έχουν γίνει κανόνας.

Οι επείγουσες διαδικασίες έχουν γίνει ρουτίνα.

Οι τροπολογίες της τελευταίας στιγμής έχουν γίνει καθεστώς.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι μόνο η έλλειψη κανόνων.

Το πρόβλημα είναι η έλλειψη πολιτικής βούλησης να εφαρμοστούν οι κανόνες.

Γι' αυτό και η επιτυχία της συγκεκριμένης αναθεώρησης θα κριθεί όχι από το συνταγματικό κείμενο αλλά από την καθημερινή κοινοβουλευτική πρακτική.

Η κυβερνητική πρόταση εισάγει τη δυνατότητα προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων πριν από τη δημοσίευσή τους.
Έτσι, ένας νόμος, πριν ακόμη τεθεί σε ισχύ, θα μπορεί να παραπέμπεται στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ώστε να κριθεί, αν είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα.

Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη ρύθμιση ως εργαλείο ασφάλειας δικαίου.

Και πράγματι, υπάρχει ένα επιχείρημα υπέρ της.
Ουδείς επιθυμεί να εφαρμόζονται νόμοι, οι οποίοι αργότερα κρίνονται αντισυνταγματικοί, ουδείς επιθυμεί ανασφάλεια δικαίου.

Όμως πρέπει να εξεταστούν και οι συνέπειες μιας τέτοιας επιλογής για τη λειτουργία της δημοκρατίας.

Η ελληνική συνταγματική παράδοση βασίζεται στον διάχυτο δικαστικό έλεγχο, με κάθε δικαστή να μπορεί να εξετάσει αν ένας νόμος παραβιάζει το Σύνταγμα.

Πρόκειται για μια παράδοση που διαχέει τη συνταγματική προστασία σε ολόκληρο το δικαστικό σύστημα.

Η εισαγωγή ενός ισχυρού προληπτικού ελέγχου μετατοπίζει το κέντρο βάρους προς τα ανώτατα δικαστήρια.

Εν προκειμένω, το πολιτικό ερώτημα που τίθεται είναι, ποιός πρέπει να έχει τον τελευταίο λόγο στις μεγάλες κοινωνικές αντιθέσεις και συγκρούσεις;

Οι δημοκρατικά εκλεγμένοι αντιπρόσωποι ή οι δικαστές;

Την απάντηση δίδουν, οι νομικοί, οι δικαστές, οι κοινωνικοί φορείς, οι πολίτες.

Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης αποτελεί πυλώνα του κράτους δικαίου.

Όμως η δημοκρατία προϋποθέτει και μία ισορροπία, προϋποθέτει να μη μεταφέρονται όλες οι κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις εκτός του πεδίου της λαϊκής αντιπροσώπευσης.

Και αυτό, διότι υπάρχει κίνδυνος, ο δημόσιος διάλογος να αντικατασταθεί με δικαστικές ερμηνείες και οι πολιτικές διαφωνίες να μετασχηματιστούν σε δικαστικές υποθέσεις.

Και σ΄ αυτό το πλαίσιο, να ενισχυθεί μία μορφή τεχνοκρατικού συνταγματισμού εις βάρος της δημοκρατικής συμμετοχής.

Δεν αποτελούν λύση, ούτε η ανεξέλεγκτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία ούτε η ανεξέλεγκτη δικαστική εξουσία.

Απαιτείται να βρεθεί η σωστή ισορροπία.
Η κυβερνητική πρόταση δεν απαντά πειστικά σε αυτό το ερώτημα, αφού η δημοκρατία δεν ενισχύεται μόνον με καλύτερες διαδικασίες.

Ενισχύεται όταν οι θεσμοί λειτουργούν δίκαια, όταν η νομοθέτηση είναι διαφανής, όταν η Βουλή ελέγχει ουσιαστικά την κυβέρνηση, .όταν η Δικαιοσύνη είναι ανεξάρτητη και αξιόπιστη, όταν ουδείς βρίσκεται υπεράνω ελέγχου και η πολιτική εξουσία λογοδοτεί.

Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα της συνταγματικής αναθεώρησης.

Και αυτό είναι το κριτήριο με το οποίο πρέπει να αξιολογηθεί κάθε προτεινόμενη αλλαγή.